Εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά

του Θεόφιλου Σιχλετίδη

Πήγα εκεί και είδα…

Την περασμένη Πέμπτη, ανήμερα της 44ης επετείου της “εθνοσωτήριας επανάστασης” του 1967, πολιτικοί κρατούμενοι από τα χρόνια της χούντας επισκέφθηκαν το παλιό τμήμα μεταγωγών της χωροφυλακής της Θεσσαλονίκης στη Φιλίππου. Ποιο κτίριο; Αυτό που εδώ και δεκαετίες στεγάζει μία μάντρα οικοδομικών υλικών, μάλλον τη μόνη που έχει απομείνει στο κέντρο της πόλης, λίγο πριν να βγεις στην Ιασωνίδου. Καταλάβατε ποιο;

Πηγαίνοντας προς τα εκεί σκεφτόμουν αν ο Μάνος Λοΐζος και η Κωστούλα Μητροπούλου είχαν στο μυαλό τους την ιστορία του παλιού μεταγωγών της Θεσσαλονίκης, όταν έγραφαν τη μουσική και τους στίχους του “Δρόμου”. Γιατί πράγματι εντός του κτιρίου πωλούνται πάσης φύσεως οικοδομικά υλικά. Η ιστορία του κτιρίου, στη γωνία Φιλίππου και Χριστοπούλου, είναι ακόμη ένα παράδειγμα για το πώς η πόλη της Θεσσαλονίκης μπορεί να μπαζώνει τις μνήμες της.

Αρχοντικό μιας οικογένειας βουλγαρικής καταγωγής, το οποίο χτίστηκε το 1906, πέρασε, όπως πέρασε, μετά το 1913 στο ελληνικό δημόσιο, “φιλοξένησε” το τμήμα μεταγωγών της χωροφυλακής από το 1935 έως και το 1971, ενώ στο μεταξύ, το 1968, η χούντα το παραχώρησε στην Εκκλησία της Ελλάδας ως ανταλλάξιμο, το πιθανότερο, για κάποια πέτρα σε μία χαράδρα την οποία κάποιος σουλτάνος είχε γράψει σε κάποιον γέροντα παπά. Και μετά άνοιξε ο κύκλος της μάντρας, χωρίς ποτέ όμως να κλείσει ο κύκλος των ανθρώπων που βρέθηκαν στα μπουντρούμια του κτιρίου, γιατί αποπειράθηκαν να ανατρέψουν τη χούντα των συνταγματαρχών.

Το μεσημεράκι της περασμένης Πέμπτης αρκετοί από αυτούς βρέθηκαν ξανά στα υπόγεια που τους “φιλοξένησαν” για μήνες χωρίς ούτε ένα επισκεπτήριο, χωρίς ούτε ένα μπάνιο, καθώς επισκέψεις και καθαριότητα απαγορεύονταν για λόγους ασφάλειας. Αν και η μέρα ήταν ηλιόλουστη, μέσα στα κελιά, τώρα αποθήκες οικοδομικών υλικών, είχε απίστευτη υγρασία, που σου τρυπούσε τα κόκαλα.

Πώς θα ήταν τους κρύους μήνες του χειμώνα; Πώς θα ήταν να είσαι για μήνες νηστικός και με τα ποντίκια να κόβουν βόλτες κάθε βράδυ; Πώς θα ήταν να σε γυρίζουν δαρμένο από την ΚΥΠ και να σε πετούν στο βρόμικο πάτωμα; Και τέλος πάντων αυτοί οι άνθρωποι πώς βγήκαν από αυτόν τον εφιάλτη, χωρίς να χάσουν εντελώς τα λογικά τους;  Μυστήριο πράγμα ο άνθρωπος που δίνει έναν αγώνα. Προσαρμόζεται στις δυσκολίες. Βλέπει πέρα από τα κάγκελα. Ανοίγει κουβέντα με τα ποντίκια, όπως ο ισοβίτης του Αρκά.

Σαν ένα τελετουργικό, σαν μία ξενάγηση τρόμου, όπως αυτές στις στοές του Εδιμβούργου, ένας, ένας οι πολιτικοί κρατούμενοι έπαιρναν θέση μπροστά στα κελιά και έλεγαν ιστορίες στους νεότερους που πήγαν την Πέμπτη στη Φιλίππου. Μιλούσαν με λεπτομέρειες, με ημερομηνίες, για το ποιοι ήταν μέσα και σε ποια κελιά, για το πότε τους πήγαν στα δικαστήρια και πότε στο Γεντί και έλεγαν πως το Γεντί, ναι το κολαστήριο, ήταν μία λύτρωση μετά τη ζωή εν τάφω στο μεταγωγών. Έξω, στη μικρή αυλή, θυμήθηκαν μία μέρα -έχει γράψει γι’ αυτήν και ο Τάσος ο Δαρβέρης- που βρήκαν την καγκελόπορτα ανοιχτή και είπαν να τρέξουν, να αποδράσουν. Αλλά, λιωμένοι από το ξύλο και με το ηθικό στο τελευταίο υπόγειο, δεν το έκαναν μόνο με τη σκέψη τι θα τραβούσαν, αν τους έπιαναν, αν βέβαια δεν τους σκότωναν.

Και εκεί που μιλούσαμε για αυτά, να σου δύο νεαροί αστυφύλακες -για την τήρηση των μέτρων της τάξης και υπό το φόβο μήπως διακοπεί η κυκλοφορία στη Φιλίππου. Ξεναγήθηκαν και αυτοί στο μεταγωγών και άκουσαν, με το στόμα ανοιχτό, για το πώς έπαιρναν μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα τους πολιτικούς κρατούμενους, με κουκούλες στο κεφάλι, για να τους μεταφέρουν, συχνά μέσα σε πορτ μπαγκάζ, και να τους βασανίσουν στο Κόδρα, στο Σέδες, στην ΚΥΠ και στη Βαλαωρίτου.

Φεύγοντας από τη Φιλίππου για τη Μοναστηρίου πέρασα από τη Βαλαωρίτου και στάθηκα έξω από το παλιό κτίριο της ασφάλειας, που τώρα στεγάζει ένα κόλετζ. Παλιότερα, αν έλεγες πως πέρασες το βράδυ σου στη Βαλαωρίτου, θα σε ρωτούσαν τι έκανες και σε έπιασε η ασφάλεια και αν χρειάζεσαι δικηγόρο. Τώρα, αν το πεις, εννοείται πως ξενύχτησες σε κάποιο από τα μπαρ της περιοχής και ότι χρειάζεσαι ένα ντεπόν για τον πονοκέφαλο και έναν διπλό εσπρέσο. Στο τυχαίο ή στο σκόπιμο -για τον αφανισμό μαρτυρικών τόπων όπως το μεταγωγών στη Φιλίππου σίγουρα σκόπιμα- η Θεσσαλονίκη αλλάζει και αυτά που λες αποκτούν άλλο νόημα.

Στην τελική, γιατρέ μου, η διάγνωση για τη μικρή μας πόλη λέει: ανίατη μορφή απώλειας μνήμης. Όπως στο “Μεμέντο” του Κρίστοφερ Νόλαν. Κάπως έτσι μπορούν να εξηγηθούν τα κενά στη μνήμη της πόλης: Το πόσο βλάσφημο θεωρήθηκε η “Πόλη των Φαντασμάτων” του Μαρκ Μαζάουερ. Το γιατί η λαϊκοτοπική δεξιά δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει από το τρίπτυχο πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Ο συντηρητισμός και η φοβικότητα της σαλονικιώτικης Αριστεράς, που με κάτω το κεφάλι και την ουρά στα σκέλια πάντα ζητούσε να αλλάξουν τα πράγματα, χωρίς να βάζει όρους και προϋποθέσεις. Το ότι στη Θεσσαλονίκη το να λέει κάποιος πως το πανεπιστήμιο πρέπει να λειτουργήσει, όπως λειτουργούσε επί χούντας, θεωρείται ρηξικέλευθο…

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,  26/04/2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s