Δελτίο Τύπου: Ρέματα της Θεσσαλονίκης – Τα Χαμένα Τοπία της Πόλης

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Θεσσαλονίκη 27.5.2011

Κάποτε η Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη αηδόνια… Πράγμα φυσικό, αφού ο τόπος ήταν γεμάτος ρέοντα ύδατα, τον ήχο των οποίων συναγωνίζεται σε ομορφιά, μέσα στην ησυχία της νύχτας, το αηδόνι!

Ελάχιστα τοπία νερού σώζονται σήμερα, σε μικρές κρυφές γωνιές στην πόλη, τόσο πιεσμένα και εύθραυστα, που πρέπει να κρατάμε ακόμα και την αναπνοή μας όταν τα πλησιάζουμε για να διατηρηθούν ζωντανά.

Δύο από τα πολυτιμότερα αγαθά του μέλλοντος είναι το νερό και ο ελεύθερος χρόνος. Ο τρόπος που θα τα διαχειρισθούμε μας καθιστά όλους υπεύθυνους.

Η ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ – Κίνηση Πολιτών Θεσσαλονίκης-  διοργανώνει μια πλατειά δράση με επιστημονική ημερίδα & βιωματικό εργαστήριο για να συζητηθεί το μεγάλο θέμα των ρεμμάτων της πόλης και η σημασία τους στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης της Θεσσαλονίκης.

Επειδή και η Παγκόσμια Ημέρα Μνημείων 2011 ήταν αφιερωμένη στα Μνημεία του Νερού, αποφασίσαμε στην Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2011 να αναδείξουμε την παρουσία του νερού στην πόλη με τη μορφή και τα ίχνη των ρεμμάτων στον ιστό της. Θα τα προσεγγίσουμε μορφολογικά, περιβαλλοντικά, ιστορικά, σε επίπεδο αστικού σχεδιασμού, και αναβάθμισης τοπίων αναψυχής και ήπιας κινητικότητας.

Η συζήτηση για τα ρέμματα είναι η συνειδητοποίηση των χαμένων τοπίων της πόλης,  των ήχων της που σώπασαν, της παρουσίας ενός άλλου χρόνου στις γειτονιές και την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης.

Η εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011 στην Αποθήκη Δ στο λιμάνι, με συνδιοργάνωση του ΟΛΘ και τη συμμετοχή των Κινήσεων Πολιτών για το πράσινο, το δάσος και τα στρατόπεδα για να αναδειχθεί η ενεργοποίηση του κοινού για τις πράσινες ζώνες που είναι σημαντικότατη.

Την Κυριακή 5 Ιουλίου, προτείνεται μια πολιτιστική διαδρομή στα ρέμματα της Θεσσαλονίκης.

Για την ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ

και το Πρόγραμμα Δράσεων & ΠΑΡ ΑΝ

Τηλ Επικοινωνίας:

2310 281 695, 2310 240 230

6932 34 6909, 6944 15 2676

Τα Ρέμματα της Θεσσαλονίκης: Αστική απειλή ή όραμα για μια Βιώσιμη Πόλη;

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Κίνηση Πολιτών Η ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ,  Μέλος του ΔΙΚΤΥΟΥ ΚΙΝΗΣΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ σε συνεργασία με τη Σχολή Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος του  ΑΠΘ

Στο πλαίσιο των δράσεων πόλης + ΠΑΡΑΝ (& ΠΑΡΑ τις ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ) με αφορμή  την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2011

Σας προσκαλούν στην ημερίδα

ΤΑ ΡΕΜΜΑΤΑ της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Αστική απειλή ή όραμα για μια Βιώσιμη Πόλη;                   

που θα διεξαχθεί:

Την Τετάρτη  1 Ιουνίου 2011, στην Αποθήκη Δ στο Λιμάνι και ώρες 19.00-22.00

Και στο Βιωματικό Εργαστήριο

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Μια πολιτιστική περιήγηση στα άγνωστα τοπία του νερού της πόλης                                          

που θα διοργανωθεί:

Την Κυριακή 5 Ιουνίου 2011 με αφετηρία το Ρέμμα της ΥΦΑΝΕΤ Περιοχή Παπάφη- Στάση  Άγιος Φανούριος  Λεωφορείο 12  Α. Τούμπας, ώρα 11.30

Η εκδήλωση αποτελεί μια συνδιοργάνωση μελών του ΔΙΚΤΥΟΥ ΚΙΝΗΣΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ με τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης

Συμμετέχουν οι Περιβαλλοντικές Κινήσεις:

Επιτροπή Κατοίκων για την Προστασία του Σειχ Σου, Επιτροπή Κατοίκων Ελαιώνων, Κίνηση Πολιτών για το Στρατόπεδο Καρατάσιου, ΠΟΔΗΛΑΤΕΣ Θεσσαλονίκης, Φίλοι του Πρασίνου Θεσσαλονίκης, ΚΠΕ Ελευθερίου Κορδελιού

Το Μανιφέστο των Ισπανών “Αγανακτησμένων”

(Κίνημα «Πραγματική Δημοκρατία Τώρα!»)

Είμαστε απλοί άνθρωποι. Είμαστε σαν εσάς: τους ανθρώπους, που ξυπνούν κάθε πρωί για να σπουδάσουν, να εργαστούν ή να βρουν δουλειά, άνθρωποι που έχουν οικογένεια και φίλους. Οι άνθρωποι, που δουλεύουν σκληρά κάθε ημέρα για να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον για τους γύρω τους.

Μερικοί από μας θεωρούνται προοδευτικοί, άλλοι συντηρητικοί. Μερικοί από εμάς πιστεύουν στο Θεό, μερικοί όχι. Μερικοί από εμάς έχουν σαφώς καθορισμένες ιδεολογίες, άλλοι είναι απολιτίκ, αλλά είμαστε όλοι ανήσυχοι και εξοργισμένοι για τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές που βλέπουμε γύρω μας: τη διαφθορά ανάμεσα σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, αφήνοντας μας αβοήθητους, χωρίς φωνή.

Αυτή η κατάσταση έχει καταντήσει πλέον καθημερινή ταλαιπωρία, χωρίς ελπίδα. Αλλά αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας, μπορούμε να την αλλάξουμε. Ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τα πράγματα, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουμε μια καλύτερη κοινωνία μαζί. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουμε ότι:

Οι προτεραιότητες για κάθε προηγμένη κοινωνία πρέπει να είναι η ισότητα, η πρόοδος, η αλληλεγγύη, η ελευθερία του πολιτισμού, η βιωσιμότητα και η ανάπτυξη, η ευημερία και η ευτυχία των ανθρώπων.

Αυτά είναι αναφαίρετες αξίες που πρέπει να ισχύουν στην κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, την απασχόληση, τον πολιτισμό, την υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική συμμετοχή, την ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη, καθώς και τα δικαιώματα των καταναλωτών για μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή.

Η τρέχουσα κατάσταση της κυβέρνησης και του οικονομικού μας συστήματος, δεν φροντίζουν αυτά τα δικαιώματα, και με πολλούς τρόπους αποτελούν εμπόδιο για την πρόοδο της ανθρωπότητας.”

Αυτόπτης: Η δική μου μαρτυρία για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΕΒΙΑ

Τη νύχτα της 22ας προς την 23η Μαΐου 1963 έλαχε σε μένα η τιμή να κρατήσω στα χέρια μου, για τέσσερις και πλέον ώρες, στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, το σώμα -την κεφαλή- του βαρύτατα τραυματισμένου Γρηγόρη Λαμπράκη, χωρίς -δυστυχώς για εκείνον- να συμβεί, ανυποψίαστος όπως ήμουν, να ψαύσω την πίσω πλευρά του κρανίου του, ώστε να εντοπίσω την κρανιακή κάκωση που, όπως αργότερα έγινε γνωστό, είχε υποστεί από τον σιδερολοστό με τον οποίο ο -εκ των δολοφόνων του, επιβαίνων στην καρότσα του τρικύκλου- Εμμανουηλίδης, του είχε καταφέρει συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κρανίου του.

Μέλος από τις πρώτες μέρες του 1960 της οργάνωσης σπουδάζουσας της νεολαίας της ΕΔΑ, συμμετείχα στη συγκέντρωση, σε μια μικρή αίθουσα του 1ου ορόφου ενός παλαιού κτίσματος, που προσήλθε, τραυματισμένος στο μέτωπο από τους παρακρατικούς τραμπούκους, που είχαν, με την ανοχή και τη συνεργασία της Χωροφυλακής, κατακλύσει τη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού, όπου μίλησε ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

Με το τέλος της ομιλίας του, συνοδευόμενος μόνον από δυο-τρεις συνεργάτες του (εξαίρετους μεν αγωνιστές, αλλά εντελώς άπειρους σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι τότε διωκτικοί μηχανισμοί για να τρομοκρατούν τους αριστερούς πολίτες) από την Επιτροπή Ειρήνης και Αφοπλισμού της Θεσσαλονίκης, αποχώρησε από το κτήριο, και οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που -προφανώς βάσει σχεδίου- έλεγχαν απ’ έξω την είσοδο-έξοδο, έκλεισαν την πόρτα, και, έτσι, εμάς μεν μας εγκλώβισαν στο εσωτερικό του κτηρίου, τον Λαμπράκη δε και τους δυο-τρεις συνοδούς του τους υποχρέωσαν να κινηθούν, μόνοι και απροστάτευτοι, ανάμεσα σε 250 – 300 παρακρατικούς τραμπούκους, δήθεν «αγανακτισμένους πολίτες», που η Χωροφυλακή και διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, όπως η «Καρφίτσα» του γερμανοντυμένου στην Κατοχή «φον» Γιοσμά, είχαν επιστρατεύσει για να συγκροτήσουν «αντισυγκέντρωση», και, με ύβρεις και επιθέσεις, να δυσκολέψουν, ή και να ματαιώσουν, την προσέλευση και συμμετοχή των πολιτών της Θεσσαλονίκης στη συγκέντρωση.

Όταν, ύστερα από περίπου 15′ που άνοιξε ξανά η πόρτα του κτηρίου και επιτράπηκε σε μερικούς από εμάς να βγούμε απ’ αυτό, και, μαζί με άλλους (θυμάμαι καλά τον Σπύρο Σακκέτα) βρέθηκα ανάμεσα στους χωροφύλακες και τους αλαλάζοντες τραμπούκους, η επίθεση κατά του Λαμπράκη, με το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη, και -κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς- τον σιδερολοστό του επιβαίνοντος στην καρότσα του Εμμανουηλίδη, είχε ολοκληρωθεί, το τρίκυκλο είχε απομακρυνθεί, και το σώμα του βαρύτατα τραυματισμένου Λαμπράκη είχε στριμωχθεί σε ένα μικρό Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, με το οποίο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ.

Συμπτωματικά, η ματιά μου έπεσε στη γωνία της οδού Σπανδωνή -εκεί, δηλαδή, όπου, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τις επόμενες μέρες, ελλόχευαν, με το τρίκυκλό τους, οι Κοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, και, απ’ όπου, καθώς επλησίασε ο Λαμπράκης, εφόρμησαν εναντίον του- και όπου διέκρινα όλη την ομάδα των ασφαλιτών (Μητρομάρα, «ξανθό», Μπαμπουξίδη κ.λπ.) που ήταν επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση της δράσης μας στις πανεπιστημιακές σχολές, και, μεταξύ τους, τον -τότε-μοίραρχο Κατσούλη, που, σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες που περιήλθαν σε δημοσιογράφους που ερευνούσαν την υπόθεση της δολοφονίας, ήταν αυτός που υπέδειξε στους Κοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη τον Λαμπράκη και έδωσε την εντολή της εφόρμησης.

Έφθασα στο νοσοκομείο περίπου τα μεσάνυχτα, και με μια μικρή ομάδα μελών της ΝΕΔΑ (θυμάμαι καλά τον Λαοκράτη Χαλβατζή και τον Μιχάλη Σπυριδάκη) στεκόμασταν ακριβώς στην είσοδο και ανταλλάσσαμε πληροφορίες σχετικά με την επίθεση κατά του Λαμπράκη, όταν, περίπου μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, εμφανίσθηκε κάποιος με ιατρική μπλούζα, απευθύνθηκε σε εμάς, μας είπε ότι είναι γιατρός του νοσοκομείου, μας ερώτησε αν είμαστε εκεί για τον Λαμπράκη, του απαντήσαμε ναι, και ζήτησε έναν από εμάς να βοηθήσει, γιατί το νοσοκομείο δεν είχε διαθέσιμο νοσοκόμο.

Προσφερθήκαμε όλοι, βρέθηκα εγώ πιο κοντά του, τον ακολούθησα στο εσωτερικό του νοσοκομείου, πολύ πιθανόν κατεβήκαμε στο υπόγειο και μπήκαμε σε ένα κακοφωτισμένο και περίκλειστο θάλαμο, όπου πρώτα διέκρινα τον -επίσης βαρύτατα τραυματισμένο από τους παρακρατικούς τραμπούκους Γιώργη Τσαρουχά, βουλευτή της ΕΔΑ, και την κόρη του Καίτη Τσαρουχά, γραμματέα, τότε, της οργάνωσης της σπουδάζουσας- να στέκεται κοντά του και να τον φροντίζει, και, αμέσως μετά, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη επάνω σε ένα -όπως αμέσως μετά ανακάλυψα- ξύλινο κρεββάτι, από τρεις μακρόστενες σανίδες στηριζόμενες πάνω σε δύο ή τρία μεταλλικά «Π».

Ο γιατρός μου είπε να καθίσω σε μια μεταλλική καρέκλα πίσω από την κεφαλή του Λαμπράκη και μου έδειξε πώς, με τα χέρια μου, να κρατώ την κεφαλή του, στην κάτω σιαγόνα, συνέχεια και σταθερά προς τα πίσω, για να διευκολύνεται, έτσι, η εισπνοή-εκπνοή, και να μην πέφτει η κεφαλή του μπροστά, και αποχώρησε. Αμέσως μετά παρατήρησα ότι του είχαν κάνει τραχειοτομή (ή τραχειοστομία) και του είχαν τοποθετήσει τραχειοσωλήνα.

Καθώς το σώμα του Λαμπράκη ήταν γυμνό από τη μέση και πάνω παρατήρησα ότι στον θώρακα, το στομάχι, την κοιλιά, και τα πλευρά του δεν έφερε καμία -εξωτερική τουλάχιστον, και εμφανή- σωματική βλάβη. Ωστόσο, ο Λαμπράκης βρισκόταν σε κατάσταση που -γενικά είχα ακούσει ότι- ονομάζεται κωματώδης, ανέπνεε με μεγάλη δυσκολία, είχε απώλεια όλων των αισθήσεών του, και, για μένα (φοιτητή της Νομικής και εντελώς άσχετο με τα ιατρικά), η κατάστασή του αυτή ήταν -σύμφωνα με όσα γνώριζα μέχρι εκείνες τις ώρες για τις συνθήκες του τραυματισμού του-ανεξήγητη.

Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού διαπίστωσα ότι ούτε καν ορό δεν του είχαν τοποθετήσει, ούτε καν ένα «τσιρότο» στην ανοιχτή πληγή του μετώπου του δεν του είχαν επιθέσει, αλλά και ότι αυτός ο θάλαμος αποκλειόταν να είναι θάλαμος νοσηλείας (για «μονάδα εντατικής θεραπείας» ούτε λόγος) και μάλιστα ενός νεόδμητου, τότε, νοσοκομείου, όπως ήταν το ΑΧΕΠΑ. Από τότε έχω την υποψία ότι επρόκειτο για τον συνήθη στα νοσοκομεία και τις κλινικές νεκροθάλαμο.

Μέχρι τις τρεις το πρωί δεν εμφανίσθηκε στον θάλαμο ούτε γιατρός ούτε νοσοκόμος, η εισπνοή-εκπνοή του Λαμπράκη γινόταν όλο και πιο δυσχερής, δυνατότητα εσωτερικής επικοινωνίας εμένα (και της Καίτης) με γιατρό ή νοσοκόμο δεν υπήρχε, όπως βέβαια δεν υπήρχε και δυνατότητα επικοινωνίας μας με την οργάνωση της Επιτροπής Πόλης της ΕΔΑ, κανένα από τα μέλη της οποίας -ή, έστω, κάποιος γιατρός, ή δικηγόρος, από τους πολλούς που γνωρίζαμε ως μέλη και στελέχη της ΕΔΑ, ούτε καν ο αεικίνητος και πανταχού παρών, όταν τον χρειαζόμασταν, αγωνιστής δικηγόρος Σύλλας Παπαδημητρίου δεν είχε εμφανισθεί στον θάλαμο.

Και, ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου, εμφανίσθηκε ο γιατρός, και τον ακολουθούσαν οι -γνωστοί στην Καίτη και εμένα, από σειρά δικών πού είχαμε μέχρι τότε ως κατηγορούμενοι για τη δράση μας ως αριστερών φοιτητών-Μήτσου (διοικητής Μακεδονίας της Χωροφυλακής), Καμουτσής (διοικητής Θεσσαλονίκης της Χωροφυλακής, και -τι σύμπτωση- διοικητής του Ε’ τμήματος, στην αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν, το 1947, το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Γιάννης Ζεύγος), Δόλκας (διοικητής της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης), και ο -επίσης γνωστός σε εμάς- αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελλαπόρτας, και πλησίασαν στο κρεββάτι όπου κείτονταν ο Λαμπράκης.

Ο Δόλκας -που, την Καίτη και εμένα, μάς εγνώριζε καλά, και κατά τα επώνυμά μας, από -πολύκροτη, τότε- δίκη μας στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο και Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, και, μαζί με τους συντρόφους μας Ειρήνη Παπατσαρούχα-Μίσσιου, Κώστα Νταϊλιάνα, Αλέκο Γρίμπα, Κώστα Παπακωνσταντίνου, και Νίκο Μυρσίνη, ήμασταν κατηγορούμενοι για «περιύβριση αρχής» (της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης) «διά του τύπου»- απευθύνθηκε σε εμένα ρωτώντας με επιτιμητικά και -όπως εκείνος φαντάζονταν-καταφρονητικά: «τι κάνεις εδώ εσύ, ρε παλιοκομμουνιστή;», του έδειξα τον γιατρό, και εκείνος τους εξήγησε τον λόγο της εκεί παρουσίας μου.

Πλησίασαν, περίπου ερευνητικά, το σώμα του Λαμπράκη, και, με κινήσεις και μορφασμούς απορίας, έδειχναν να μη γνωρίζουν (όπως βέβαια δε ν εγνώριζα και εγώ) την κρανιοεγκεφαλική κάκωση στο -τριχωτό μάλιστα- πίσω (αθέατο, έτσι όπως ήταν, ανάσκελα, ξαπλωμένος ο Λαμπράκης), μέρος της κεφαλής του, ο δε γιατρός, μπροστά μου τουλάχιστον, δεν τους παρέσχε καμία πληροφορία, έμμεσα ή άμεσα σχετική με την πραγματική αιτία της -κωματώδους-καταστάσεως του Λαμπράκη.

Αμέσως μετά ο Δόλκας άρχισε να τους λέει ότι η εκεί παρουσία μου ήταν επικίνδυνη, επειδή «οι κομμουνιστές μπορεί να μου δώσουν εντολή να σκοτώσω» τον Λαμπράκη για να «αποδώσουν τον θάνατό του στην εθνικόφρονα παράταξη», αλλά ο Παύλος Δελλαπόρτας του απάντησε ότι «γνωρίζει καλά» την Καίτη και εμένα, ότι είμαστε «έντιμοι νέοι», και ότι «αποκλείει» κάθε τέτοιο «κίνδυνο». Έφυγαν από τον θάλαμο, αλλά ο Π. Δελλαπόρτας έμεινε τελευταίος, στράφηκε προς την Καίτη και εμένα, σήκωσε τα χεράκια του (ήταν πολύ βραχύσωμος), ένωσε τα δάκτυλά του σε γροθιές, και -ψιθυριστά, αλλά εμφανώς- μάς προέτρεψε και μας ενθάρρυνε, ή, τουλάχιστον, εγώ αυτό κατάλαβα- «να κρατήσουμε καλά».

Έμεινα εκεί, κρατώντας στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη, σχεδόν μέχρι τις πέντε το πρωί, όπου εμφανίσθηκε ο γιατρός, μου είπε ότι δεν χρειάζεται πλέον η βοήθειά μου, βγήκα στο προαύλιο του νοσοκομείου, όπου ήταν ακόμη -πολλοί- φοιτητές, μέλη της οργάνωσης οι περισσότεροι, και τους αφηγήθηκα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των τεσσάρων-πέντε ωρών που κράτησα στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη.

Από τις επόμενες μέρες, και επί σαρανταοκτώ χρόνια από τότε, διερωτώμαι:

Καλά, εγώ, ούτε υποψιασμένος ήμουν ως προς την πιθανότητα να ήταν τραυματισμένος ο Λαμπράκης στην πίσω πλευρά της κεφαλής του (όλες οι, μέχρι τη χρονική στιγμή που μπήκα με τον γιατρό στο νοσοκομείο, πληροφορίες μου έλεγαν ότι το τρίκυκλο τον χτύπησε στο κορμί του), ούτε είχα, στοιχειώδεις έστω, ιατρικές γνώσεις για να αντιληφθώ την ύπαρξη της κρανιακής κάκωσης.

Αλλά, ήταν δυνατόν, από επιστημονική-ιατρική άποψη, οι γιατροί του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ να μην έψαυσαν, αμέσως μόλις εκείνος διακομίσθηκε και τον παρέλαβαν, και επί πέντε, τουλάχιστον, ώρες μετά, το οπίσθιο τμήμα της κεφαλής του Λαμπράκη, όπου υπήρχε το συντριπτικό κάταγμα; Αν όχι, γιατί; Αν ναι, γιατί δεν (;) εντόπισαν και δεν (;) διέγνωσαν το συντριπτικό κάταγμα; Και, σε κάθε περίπτωση, γιατί, αυτές τις κρισιμότατες πρώτες πέντε-έξι ώρες, που κρίθηκε, αμετάκλητα, σύμφωνα με όσα τότε ειπώθηκαν από τους Έλληνες και ξένους επιστήμονες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, η πορεία της υγείας του, απόθεσαν -για να μη χρησιμοποιήσω καμιά βαρύτερη λέξη- το σώμα του Λαμπράκη σε ένα νεκροκρέββατο του νοσοκομείου, χωρίς καμία -έστω και στοιχειώδη για τις δυνατότητες εκείνης της εποχής- ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή φροντίδα και περίθαλψη;

Αθήνα, 22/5/2011, ΑΥΓΗ

40 χρόνια μετά την άγρια δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη δύο αυτόπτες μάρτυρες αποκαλύπτουν:

Ήμασταν φοιτητές  του Μαθηματικού Τμήματος του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και δραστήρια μέλη της Νεολαίας της Ε.Δ.Α – από το 1960- και γνωρίσαμε καλά (στις πλατείες των συγκεντρώσεων και στους δρόμους των διαδηλώσεων,  για τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών!), το σκληρό αστυνομικό καθεστώς της Καραμανλικής οκταετίας και τις παρακρατικές του οργανώσεις, μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης!

Για το ψευτοδημοκρατικό πολίτευμα της βασιλευόμενης κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» -της εποχής εκείνης-κάθε μη δεξιός πολίτης ήταν κομμουνιστής ή συνοδοιπόρος και άρα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως εχθρός της κυβέρνησης και του πολιτικού συστήματος! Και χρησιμοποιήθηκαν γι αυτό τον σκοπό  όλα τα μέσα: Οι εξορίες- κυρίως κομμουνιστών-σε ξερονήσια, η βία και η νοθεία στις εκλογές του 1961, ο θεσμός του χαρτιού των κοινωνικών φρονημάτων για όλες τις θέσεις εργασίας στη χώρα μας, οι καθημερινές αστυνομικές κρατήσεις και απειλές κατά των πολιτών, ακόμη και οι δολοφονίες!

Μέσα σ ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα αγωνιζόμασταν (οι δυνάμεις της Αριστεράς μαζί με άλλες δημοκρατικές δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη) εναντίον του αυταρχικού Καραμανλισμού και μέσα σε τέτοιες συνθήκες διαπράχθηκε η οργανωμένη από το κράτος και το παρακράτος  δολοφονία του βουλευτή της Ε.Δ.Α Γρηγόρη Λαμπράκη, ενός σπάνιου έλληνα πολίτη που ήταν επιστήμονας ( υφηγητής της  Μαιευτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας 40 επιστημονικών εργασιών!),  που ήταν υπεραθλητής ( βαλκανιονίκης στο Μήκος, στο Τριπλούν, στα 100 και στα 200 μέτρα!), που ήταν πρωτοπόρος του Κινήματος Ειρήνης(στη χώρα μας, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, στον Κόσμο ολόκληρο!). Και τον δολοφόνησαν όταν ήταν, μόνο, 51 ετών!!

 Τις σκληρές, λοιπόν, εκείνες ημέρες του Μάη του 1963, βρισκόμασταν  σε κατάσταση εγρήγορσης- όλες οι οργανώσεις  της Ε.Δ.Α και ιδιαίτερα η σπουδαστική οργάνωση- λόγω της ηλεκτρισμένης πολιτικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε στην φτωχομάνα(αλλά και τραμπουκομάνα!!) Θεσσαλονίκη, με αφορμή τη συγκέντρωση των Φίλων της Ειρήνης, με ομιλητή τον Γρηγόρη Λαμπράκη!

 Όλα τα φασιστοειδή της Θεσσαλονίκης ζητούσαν εκδίκηση, γιατί ο Λαμπράκης και η Αγγλίδα σύζυγος  του κομμουνιστή πολιτικού εξόριστου Αντώνη Αμπατιέλου, πρόσβαλαν την μάνα τους την Φρειδερίκη, με τα επεισόδια που δημιούργησαν εναντίον της, όταν αυτή επισκέφθηκε το Λονδίνο.

Έτσι ξεκινήσαμε την Τετάρτη το απόγευμα-στις 22 του Μάη του 1963- οι δυο μας όπως πάντα, για το χώρο της συγκέντρωσης ανήσυχοι και σκεπτικοί και φτάσαμε έγκαιρα έξω από το ψυχαγωγικό κέντρο Πικαντίλλυ, ένα υπόγειο μαγαζί στην οδό Αριστοτέλους, κοντά στην Τσιμισκή. Εκεί, έξω από την αίθουσα, μάθαμε πως η συγκέντρωση δεν θα γίνει στο χώρο που ορίστηκε, γιατί η Ασφάλεια και η Αστυνομία πίεσαν τον ιδιοκτήτη του καταστήματος και εκείνος φοβήθηκε και αναίρεσε την υπόσχεσή του! Ωστόσο, μας είπανε πως η συγκέντρωση θα γίνει στα Γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος(Δ.Σ.Κ), Βενιζέλου και Ερμού γωνία.  Τότε, αμέσως, κατευθυνθήκαμε προς τα Γραφεία του Δ.Σ.Κ, όπου ήταν ο νέος χώρος της συγκέντρωσης των φίλων της Ειρήνης, ανεβήκαμε στον 3ο όροφο και περιμέναμε τον ομιλητή, συζητώντας με τους άλλους παρευρισκόμενους για την συγκέντρωση και την αλλαγή του χώρου-λόγω πιέσεων της Ασφάλειας-μέσα σε ένα κλίμα ανησυχίας για τους ενδεχόμενους τραμπουκισμούς, από τους φασίστες των παρακρατικών οργανώσεων.

Σε λίγη ώρα, κατά τις 8.30 μ.μ περίπου, έφτασε επάνω ο Γρηγόρης Λαμπράκης, συνοδευόμενος από τα στελέχη της Επιτροπής Ειρήνης  Θεσσαλονίκης. Και μόλις μπήκε στην Αίθουσα μας έδειξε ένα μικρό καρούμπαλο στο κεφάλι του, λέγοντας πως οι τραμπούκοι άρχισαν την εκδίκησή τους!

Εν τω μεταξύ έσπασαν τα πρώτα τζάμια των παραθύρων από τις πέτρες που πετούσαν οι παρακρατικοί, που ήταν μαζεμένοι στην οδό Βενιζέλου. Κλείσαμε τα παντζούρια και αμέσως ο Λαμπράκης κάλεσε, από τα μεγάφωνα, τον Εισαγγελέα, τον Νομάρχη, τον Αστυνομικό Διευθυντή και την Κυβέρνηση να πάρουν  όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατέψουν τη ζωή του-τη ζωή ενός έλληνα βουλευτή- και τη ζωή των φίλων της Ειρήνης, που είναι συγκεντρωμένοι μέσα στην αίθουσα και ακούνε την ομιλία του!

Στο ίδιο χρονικό διάστημα η οργάνωση αποφασίζει να αναλάβουμε-εμείς οι δυο- τη φύλαξη του Γρηγόρη Λαμπράκη, έχοντάς τον συνέχεια ανάμεσά μας, διότι υπήρχε φόβος να του επιτεθούν ξανά οι τραμπούκοι

Και φυσικά, εμείς οι δυο, δεχτήκαμε χωρίς καμία αντίρρηση, γιατί τέτοιες αποστολές είχαμε αναλάβει και άλλες φορές ως σωματοφύλακες του Ηλιού, του Γλέζου, του Θεοδωράκη και άλλων και διότι ήμασταν 23 και 27 ετών και το έλεγε η καρδιά μας!

Και η συγκέντρωση άρχισε – με κλειστά παντζούρια – και ο Λαμπράκης είπε όσα ήθελε να πει, αλλά κάθε λίγο διέκοπτε την ομιλία του για να καταγγείλει πως «ένας βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου κινδυνεύει, και το ίδιο κινδυνεύουν και οι πολίτες που τον ακούνε να μιλάει»!

Και οι πέτρες έπεφταν βροχή στα παράθυρα της αίθουσας του Δ.Σ.Κ. και οι άναρθρες κραυγές των λύκων-τραμπούκων έφταναν μέχρι τον τρίτο όροφο! Και η συγκέντρωση τελείωσε, και δεν έφευγε κανείς από την αίθουσα και εμείς οι δύο,  πάντα,  δίπλα στο Λαμπράκη.

Τότε ανέβηκαν στην αίθουσα ο διευθυντής της Αστυνομίας με άλλους δύο αξιωματικούς της Χωροφυλακής και άρχισαν τις διαπραγματεύσεις για τον τρόπο αποχώρησής μας. Ακούστηκε η γνώμη , από τους αξιωματικούς,  να μας βάλουν σε λεωφορεία και να μας πάνε στο Λευκό Πύργο και  κει να κατεβούμε και να πάμε στα σπίτια μας! Η λύση αυτή απορρίφθηκε από όλους μας και γιατί δεν είχαμε καμιά εμπιστοσύνη στην αστυνομία και γιατί το θεωρήσαμε υποτιμητικό για αγωνιστές της ειρήνης και της δημοκρατίας!

Αντιπροτείναμε στην αστυνομία  να βάλει μέσα στα λεωφορεία τους τραμπούκους, τους φίλους της και να τους πάει στα σπίτια τους, στις απομακρυσμένες φτωχογειτονιές της Θεσσαλονίκης!

Τότε οι αξιωματικοί κι ο διευθυντής της Αστυνομίας  έφυγαν και ξαναήρθαν ύστερα από αρκετή ώρα και μας ανακοίνωσαν πως μπορούμε – πια – να κατεβούμε και να φύγουμε για τα σπίτια μας,  ασφαλείς, γιατί «καθάρισαν την περιοχή από τους αντιφρονούντες»!

Και οι υπεύθυνοι της επιτροπής ειρήνης τους πίστεψαν σε τέτοιο βαθμό που μας είπανε – εμάς τους δύο- πως δε χρειάζεται να είμαστε πια δίπλα στο Λαμπράκη! Αλλά και εμείς οι δύο, δυστυχώς, τους πιστέψαμε και φύγαμε δίπλα από τον Λαμπράκη. Και ύστερα από λίγη ώρα , η αποχώρησή μας άρχισε και ενώ κατεβαίναμε τις σκάλες – στο ύψος του δευτέρου ορόφου περίπου- η κάθοδός μας σταμάτησε. Μα εμείς δεν ανησυχούσαμε, και μάλιστα τραγουδούσαμε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ την ίδια στιγμή οι παρακρατικοί και η αστυνομία είχαν κλείσει την πόρτα του κτιρίου, ευθύς αμέσως μόλις βγήκε ο Λαμπράκης και πέντε έξι φίλοι της ειρήνης, που έτυχε να βρίσκονται δίπλα του!

Όταν μετά από μισή περίπου ώρα βγήκαμε στο δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά σε ένα άγριο τοπίο όπου άλλοι τρέχανε και φωνάζανε ματωμένοι και άλλοι χτυπούσαν, έβριζαν και πετούσαν πέτρες! Ήταν ένα τοπίο που μύριζε θάνατο!!! Τότε, κάποιος που μας γνώριζε μας είπε πως χτύπησαν τον Λαμπράκη με τρίκυκλο και πως τον έχουν μεταφέρει στο Πρώτων Βοηθειών, το οποίο βρισκόταν χίλια μέτρα πιο κάτω, στο τέρμα της οδού Βενιζέλου, στην παραλία.

Εκείνη την στιγμή ήταν σαν να μας χτύπησε κεραυνός, διότι αμέσως σκεφτήκαμε πως αν παραμέναμε  δίπλα του, μέχρι το τέλος, ίσως να τον είχαμε γλιτώσει! Και με τη «δύναμη» που μας έδωσε η άγρια αυτή είδηση, διασχίσαμε τον ματωμένο χώρο των τραμπουκισμών και κατεβαίνοντας τη Βενιζέλου φτάσαμε, τρέχοντας, στο Ιατρείο των Πρώτων Βοηθειών. Μπήκαμε αμέσως μέσα και ρωτήσαμε για το Λαμπράκη. Μας είπανε ότι δε βρισκόταν εκεί! Τον είχαν στείλει στο νοσοκομείο  ΑΧΕΠΑ, γιατί ήταν σοβαρά τραυματισμένος! Και πάλι τρέχοντας, εμείς οι δυο, φτάσαμε στο ΑΧΕΠΑ και μπήκαμε αμέσως μέσα με το ζόρι! Βρήκαμε τον ιατρικό θάλαμο μέσα στον οποίο είχανε το Λαμπράκη και είδαμε έξω από την πόρτα -καθισμένο σε μια αναπηρική πολυθρόνα- τον βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργο Τσαρουχά, χτυπημένο και ματωμένο, ο οποίος μας είπε: «Εγώ είμαι καλά. Ο Λαμπράκης, που είναι μέσα , είναι πολύ χτυπημένος». Και αμέσως μας εμπιστεύθηκε το πορτοφόλι του με τα χαρτιά του, για να το παραδώσουμε  στην κόρη του, την Καίτη  Τσαρουχά.

Χτυπήσαμε την πόρτα του  ιατρικού θαλάμου και αμέσως, οι γιατροί, μας άνοιξαν. Τους είπαμε πως ήμασταν φίλοι της Ειρήνης και μας είπαν να περάσουμε μέσα για να τους  βοηθήσουμε να βγάλουν ακτινογραφίες του Λαμπράκη, διότι ήταν πολύ χτυπημένος και τιναζόταν, συνέχεια στον αέρα, χωρίς να έχει επικοινωνία με το περιβάλλον! Και μπαίνοντας στο θάλαμο  βλέπουμε, πάνω σε έναν ιατρικό πάγκο, ένα  τεράστιο γεροδεμένο σώμα, καλυμμένο  μόνο ένα σλιπάκι, να τινάζεται πέρα δώθε! Τον κρατήσαμε -με σπαραγμό- ο ένας από τους ώμους και ο άλλος από τους αστραγάλους, μέχρι οι γιατροί να του βγάλουν τις ακτινογραφίες που ήθελαν. Και ήταν καταματωμένος στον κρόταφο και δεν έλεγε τίποτα, παρά έβγαζε μόνο βογκητά! Όταν βγήκαν οι ακτινογραφίες βοηθήσαμε τους γιατρούς να τον μεταφέρουν σε ένα κανονικό θάλαμο ασθενών και έπειτα βγήκαμε έξω και μείναμε μπροστά στο ΑΧΕΠΑ , με ελάχιστες ελπίδες, πια,   για κάποια ευχάριστη εξέλιξη στην κατάσταση του Λαμπράκη!

Και τότε, γύρω στα μεσάνυχτα, άρχισαν να μαζεύονται έξω από το ΑΧΕΠΑ κι άλλοι  γνωστοί, σύντροφοι και φίλοι! Μέχρι τότε ήμασταν – εμείς οι δύο – οι μόνοι που ζήσαμε εκείνες τις δραματικές στιγμές  που πέρασε ο Λαμπράκης , μεταξύ ζωής και θανάτου! Και ξημέρωσε η επόμενη μέρα! Και εμείς και  πολλοί άλλοι, ήμασταν εκεί. Και άρχισαν να καταφθάνουν ειδικοί γιατροί  – νευροχειρούργοι- από την Αθήνα και απ’ όλο τον κόσμο, αλλά ήταν, ήδη,  πολύ αργά!

Ο Λαμπράκης ήταν κλινικά νεκρός – μόνο η καρδιά του χτυπούσε – και κρατιόταν στη ζωή με τη βοήθεια μηχανήματος, μετά την τραχειοτομή που του κάνανε, από την στιγμή που τον βάλανε στον θάλαμο των ασθενών! Μόνο αν γίνονταν μεταμόσχευση εγκεφαλικής ουσίας θα μπορούσε να είχε γλιτώσει – μας έλεγε ένας Ούγγρος γιατρός – διότι η εγκεφαλική ουσία του Λαμπράκη, στον κρόταφο, είχε λιώσει από το χτύπημα του σιδερολοστού του Εμμανουηλίδη  και το τρίκυκλο το Κοτζαμάνη! Και η επιστήμη – τότε –  αδυνατούσε να κάνει τέτοιες μεταμοσχεύσεις! Και ήμασταν έξω από το ΑΧΕΠΑ και τις έξι μέρες που κράτησε η πάλη του Λαμπράκη με το θάνατο. Και συνεχώς κάναμε συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις με το Θεοδωράκη, με τον Γλέζο και τους άλλους ηγέτες της Ε.Δ.Α. Και γύρω μας φτερούγιζε ο θάνατος κι εμείς εκεί, στο καθήκον!!! Για την ελευθερία και τη δημοκρατία ολόκληρου του ελληνικού λαού, του πάντα ευκολόπιστου και πάντα προδομένου ελληνικού λαού!

Ένα μήνα μετά την ειδεχθή δολοφονία του βουλευτή της Ε.Δ.Α Γρηγόρη Λαμπράκη, ο πρωθυπουργός της χώρας μας  Κ.Καραμανλής  – ο ηθικός αυτουργός όλων των πολιτικών και οικονομικών εγκλημάτων κατά του ελληνικού λαού, από το  1955 που τον διόρισαν πρωθυπουργό η Φρειδερίκη και οι Αμερικανοί- αναγκάζεται να παραιτηθεί και να φύγει, κρυφά, στο Παρίσι, παίρνοντας μαζί του το ανάθεμα του ελληνικού λαού, για  το καθεστώς του των πολιτικών κρατουμένων, των κοινωνικών φρονημάτων, της φοβερής μαζικής μετανάστευσης, των παρακρατικών οργανώσεων, της βίας και της νοθείας στις εκλογές του’61και της στυγερής δολοφονίας του Λαμπράκη!

Και ήρθαν- μετά την νίκη του Γ.Παπανδρέου στις εκλογές του Νοέμβρη του1973 και  του Φλεβάρη του 1964- καλύτερες μέρες, αλλά κράτησαν λίγο! Και φταίει γι’ αυτό ο ίδιος ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου, διότι από την πρώτη στιγμή φάνηκε υποχωρητικός απέναντι στο Παλάτι και τους Αμερικανούς! Και μετά ήρθε η αποστασία! Και μετά ήρθε η δικτατορία! Και πάλι νεκροί και πάλι βασανισμένοι και πάλι φυλακισμένοι και πάλι Αντίσταση!

Και ύστερα από το Πολυτεχνείο και ύστερα από την προδοσία της Κύπρου, ήρθε-το 1974- η ελευθερία στη χώρα μας! Ανάπηρη, βέβαια , ελευθερία – γιατί, πάλι, μας φόρτωσαν τον Καραμανλή προσαρμοσμένο στη νέα εποχή – μα ελευθερία! Και για να φτάσουμε μέχρι εκεί,  έπρεπε να γίνουν οι σκληροί αγώνες που έγιναν! Γιατί μόνο με αγώνες και με αίμα κερδίζεται η Ελευθερία! Γιατί μόνο με αγώνες και με αίμα κερδίζεται  η πραγματική Δημοκρατία!

Γιάννης Γρηγοριάδης, Μαθηματικός

Γιώργος Ιωαννίδης, Μαθηματικός

Μάης του 2003

Γιάννης Γρηγοριάδης, Μαθηματικός. Γιαννουλάδη 25, ΚΑΤΕΡΙΝΗ, 601 00 τηλ. 32510-27852

Γιώργος Ιωαννίδης, Μαθηματικός. Αγ. Ιωάννου 14, Χαλάνδρι, 152 33, ΑΘΗΝΑ τηλ. 210-6823540