Δήλωση Αντιστασιακών 1967 – 1974, Κριτική/Λιβελογράφημα του Δ. Γουσέτη στην «Καθημερινή», και η Δέουσα Απάντησή της

Δήλωση Αντιστασιακών 1967 – 1974

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο δεν υπήρξαμε υποτελείς στη χούντα των πραξικοπηματιών συνταγματαρχών. Αγωνιστήκαμε εναντίον τους με το βλέμμα στους αγώνες και τις θυσίες του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της νεώτερης ιστορίας για Ελευθερία, Δημοκρατία και κοινωνική Δικαιοσύνη. Υπερασπιζόμενοι τις αξίες και τα οράματά μας, υποστήκαμε τις συνέπειες : φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια. Δεν υπήρξαμε και δεν θα γίνουμε ποτέ υποτελείς τυραννικών καθεστώτων, ακόμα κι αν αυτά φέρουν τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Δημοκρατία». Μας είναι αδιανόητο να αγνοήσουμε τους καθημερινούς αγώνες των εκατοντάδων χιλιάδων οικονομικά και πολιτικά λεηλατημένων Ελλήνων, που έπεσαν θύματα ενός διεφθαρμένου και απαξιωμένου πολιτικού συστήματος, το οποίο εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «δημοκρατία». Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα δεσμά που, με την απόλυτη και απαράγραπτη ευθύνη των κυβερνώντων και των ύπατων θεσμικών εκφραστών του πολιτεύματος, χαλκεύονται σήμερα για τη χώρα, τα δεινά που οι αποφάσεις των κυβερνητών επιφυλάσσουν στο λαό.

Θεωρούμε απαρέγκλιτη δημοκρατική μας υποχρέωση να αντισταθούμε στις αντισυνταγματικές και πολιτικά επικίνδυνες μεθοδεύσεις που μετατοπίζουν την έδρα της πολιτικής νομιμότητας από το Κοινοβούλιο στις «αγορές». Μεθοδεύσεις που υποθηκεύουν το αύριο της χώρας και τα κυριαρχικά δικαιώματα του ελληνικού λαού, κατεδαφίζουν τις κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις των παλαιών και υπονομεύουν το μέλλον των νέω

Η δημοκρατική συνείδηση και το αίσθημα δικαίου μάς απαγορεύουν να συμμετάσχουμε σε μια εκδήλωση κενή περιεχομένου, επίφαση δημοκρατικής ευαισθησίας, ανούσια παράσταση δήθεν πολιτικής συναίνεσης και κοινωνικής ομοψυχίας, όπως, δυστυχώς, καταλήγει να είναι, το δυσοίωνο τούτο έτος 2011, η προεδρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου «για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας».

Οι υπογράφοντες δηλώνουμε την αντίθεσή μας σε οποιαδήποτε απόφαση συμμετοχής στην προεδρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου 2011 και στην κατ’ επίφαση απόδοση τιμών στους αντιδικτατορικούς αγωνιστές της περιόδου 1967 – 1974. Αρνούμαστε να προσφέρουμε νομιμοποίηση στην οικονομική δικτατορία που εξυφαίνεται σε βάρος του λαού. Αρνούμαστε τη μετάλλαξη της χώρας μας σ’ αυτό που εμείς ονομάζουμε «ασήμαντη» δημοκρατία.

Αθανασίου Θανάσης

Αναστασίου Ιωσήφ

Βασιλειάδης Γιάννης

Βλάσσης Πέτρος

Γεωργούλας Μπάμπης

Γιαραλή Μαργαρίτα

Γιούργος Κωστής

Δαρειώτης Μίμης

Δεμουρτζίδης Βασίλης

Θεοφυλακτοπούλου Μπούλη

Καϊσίδης Παναγιώτης

Καζλάρης Τάσος

Καλαφάτης Θανάσης

Καλλέργη Μαρία

Κλαυδιανός Παύλος

Κοβάνης Μπάμπης

Κοκοζίδης Γρηγόρης

Κωσταράκος Δημήτρης

Κωτούλας Βασίλης

Μαργαρίτης Αντώνης

Μαστροδήμος Δημήτρης

Μανιός Νίκος

Μηταφίδης Τριαντάφυλλος

Μπαλαούρας Μάκης

Μπαλάφας Γιάννης

Μπανιάς Γιάννης

Πίττακα Μάγδα

Ρεκλείτης Χρήστος

Σαγιάς Γιώργος

Σακέττας Σπύρος

Σταματάκης Γιάννης

Σταματάκης Νικηφόρος

Στεφανίδου Έλλη

Στρατής Γιάννης

Συρμαλένιος Νίκος

Τερζής Περικλής

Τζεμπελίκου Πόπη

Τσαγκρής Νίκος

Τσαουσίδης Κλέαρχος

Φατούρου-Δούμα Ελένη

Χρυσανθόπουλος Νίκος

Κοινοποιείται σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τηλεοπτικά δίκτυα.

Κατατίθεται στη συνέλευση της πλατείας Συντάγματος στις 24 Ιουλίου 2011.

Επιστολή σε 41 αντιστασιακούς (τουΔιονυση Γουσετη / diongus@otenet. gr)

Αγαπητοί φίλοι, εκδώσατε της περασμένη βδομάδα ανακοίνωση που καταχωρήθηκε σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες. Σ’ αυτήν εξηγείτε τους λόγους για τους οποίους απείχατε από τη φετινή γιορτή της δημοκρατίας. Γνωρίζω τους περισσότερους από σας προσωπικά, από τη συμπόρευση σε κόμματα της Αριστεράς. Μερικούς τους εκτιμώ και γι’ αυτό παραξενεύομαι από το ύφος και το περιεχόμενο της επιστολής. Κατ’ αρχήν, εσείς που γνωρίζω είσθε σήμερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπογράφετε όμως με αυτή σας την ιδιότητα, όπως ταιριάζει στο πολιτικό αυτό κείμενο (ανάλογη ανακοίνωση για τη δική του αποχή εξέδωσε και ο πρόεδρος Τσίπρας), αλλά με την ιδιότητα του αντιστασιακού. Γιατί; Δεν βρίσκω άλλη εξήγηση παρά ότι θέλετε να υπαινιχθείτε πως εκφράζετε όλους τους αντιστασιακούς, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, ώστε να δώσετε στην ανακοίνωσή σας ένα κοινωνικό εύρος που δεν έχει. Επιπλέον, κρεμάτε στο κείμενο τα παράσημα της αντιστασιακής σας δράσης (φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια), όπως δεν έχετε ξανακάνει και όπως δεν συνάδει με τη σεμνότητα του αγωνιστή. Γιατί; Για να εντυπωσιάσετε τον αναγνώστη;

Θα παρέβλεπα αυτό το ατόπημα, αν ήταν το μόνο. Ομως στην ανακοίνωσή σας κάνετε κάτι χειρότερο: μιλάτε για «οικονομική δικτατορία». Πότε ακριβώς άρχισε να εξυφαίνεται αυτή η οικονομική δικτατορία; Μήπως όσο ζούσαμε με δανεικά η δημοκρατία πήγαινε μια χαρά και μεταλλάχτηκε μόλις μας τα κόψανε; Και πού ήσασταν εσείς, οι αγωνιστές και πολιτικά στελέχη, να αντισταθείτε στην επερχόμενη «δικτατορία»; Αντί να αντισταθείτε, κάνατε ό, τι πέρναγε από το χέρι σας για να βοηθήσετε την επιβολή της. Οταν επρόκειτο να ιδιωτικοποιηθεί η «Ολυμπιακή» με ζημιά 1 εκατ. την ημέρα, φωνάζατε «ξεπούλημα». Το ίδιο φωνάζατε για τον ζημιογόνο ΟΣΕ και για κάθε ιδιωτικοποίηση. Ποτέ δεν καταγγείλατε τις χιλιάδες πελατειακές προσλήψεις αργόμισθων από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν. Δ., ίσως επειδή και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πήγε πίσω όπου είχε εξουσία. Αγωνιστήκατε λυσσαλέα εναντίον του νόμου Γιαννίτση, που θα έβαζε τάξη στο ασφαλιστικό και νικήσατε. Κοντολογίς, συμμετείχατε στο διακομματικό πλιάτσικο πάνω στα δανεικά. Ολα αυτά τα χρόνια δεν είχατε να προτείνετε τίποτε άλλο από τη διατήρηση του καθεστώτος των δανεικών που μας οδήγησε στη χρεοκοπία, και κατ’ εσάς στη δικτατορία. Και στη συνέχεια αγκαλιάσατε τους τζαμπατζήδες του «δεν χρωστάμε – δεν πουλάμε – δεν πληρώνουμε». Είστε λοιπόν συνυπεύθυνοι.

Ομως, αφού θεωρείτε πως το καθεστώς μας είναι δικτατορία, πώς δέχεστε να χρηματοδοτείται ο ΣΥΡΙΖΑ από αυτό; Γιατί επιπλέον ανέχεστε να είναι η κομματική χρηματοδότηση ανά ψήφο 15πλάσια εκείνης των γερμανικών κομμάτων; Γιατί συναινέσατε σε αύξηση της χρηματοδότησης κατά 30%, τη στιγμή που περικόπτονται μισθοί και συντάξεις; Γιατί επιπλέον δανείζεστε από την (επάρατη) τράπεζα εκατομμύρια ευρώ με ενέχυρο την κρατική χρηματοδότηση; Μήπως αυτό εξηγεί τον ζήλο σας να μείνουν οι τράπεζες κρατικές; Πώς δέχεστε να αποσπά ο ΣΥΡΙΖΑ στα γραφεία του υπάλληλους της δικτατορίας; Αγαπητοί φίλοι, καλό είναι όταν μιλάμε δημόσια να μην προκαλούμε.

Hμερομηνία :  27/7/11
Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Η σεμνότητα της απουσίας και η απουσία της σεμνότητας

ΚΩΣΤΗΣ ΓΙΟΥΡΓΟΣ
ΑΥΓΗ  31/07/2011

Μα όποιος τους νόμους τιμά

της χώρας του και την ορκόδετη

των θεών δίκη, δοξάζει την πόλη του,

κι είναι χαμός της εκείνος, που

ξεδρομίζει απ’ την ίσια τη στράτα

χάρη στο θράσος του.

Ο θεός να μη δώσει ποτέ

κάτω απ’ την ίδια τη στέγη να κάθεται

ή να μου είναι ένας τέτοιος ομόγνωμος»

Σοφοκλής, «Αντιγόνη»

μτφρ. Ιωάννης Γρυπάρης

Η πατρίδα που, με κόπους και βάσανα πολλά, χτίστηκε με ψηφίδες και ογκόλιθους παρμένους από τους τραγικούς ποιητές, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αισχύλου, από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, θρυμματίζεται μπροστά στα μάτια μας.

Η Ελλάδα που μας έμαθαν να αγαπούμε φτωχοντυμένοι δάσκαλοι μέσα σε κρύες σχολικές αίθουσες τα παγωμένα, τα έντρομα μετεμφυλιακά χρόνια, βαστώντας στο ένα χέρι τον Ρήγα Βελεστινλή και στο άλλο τον Αδαμάντιο Κοραή, γονατίζει, πέφτει.

Που είναι ο Κωστής Παλαμάς, ο Σεφέρης, ο Ελύτης; Που ο Ρίτσος, ο Κατσαρός, ο Καρούζος, που ο Νίκος Σβορώνος κι ο Φίλιππος Ηλιού; Που είναι ο ποιητής τώρα που τον χρειάζεται ο τόπος, ο λαός όσο ποτέ; Που ο λόγιος, ο ιστορικός, ο επιστήμονας, που ο επώνυμος και κοινωνικής ευθύνης και προσφοράς να σταθεί και να στηρίξει την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό που δοκιμάζονται οικτρά;

Αργεί απελπιστικά η φωνή που θα σηκωθεί να σκεπάσει την ενορχηστρωμένη κακοφωνία που έχουν εξαπολύσει κατεναντίον μας κανάλια, ραδιόφωνα, εφημερίδες.

Τώρα ακούγεται η φωνή των εθελόδουλων, συναγωνίζονται ο προσκυνημένος με το λακέ ποιος θα μας φτύσει πιο καλά στα μούτρα, ποιος καλύτερα θα διαστρέψει, θα αποσιωπήσει, θα υπερπροβάλει, θα συκοφαντήσει, θα στρέψει τον ένα μας ενάντια στον άλλο, ποιος θα φορτώσει καλύτερα με πλαστές ενοχές και διλήμματα τη συνείδηση των αδαών και των ευάλωτων. Και βλέπεις εκεί «υπηρέτες» του καθήκοντος της ενημέρωσης, αστέρες τηλεοπτικούς και βιρτουόζους της πένας να έρπουν μέσα στα ίδια τους τα φτύσματα, στα εξεμέσματα της ανερυθρίαστης ψευδολογίας τους, στα απεκρίμματα της εθελοδουλείας τους, να σιρίζουν;; την περιφρόνησή τους για τους πληβείους που τους χαλάνε τη βολή με τις διαμαρτυρίες τους, να φτύνουν το ερπετό φαρμάκι τους στον λόγο και στον αντίλογο.

Στην ενδέκατη σελίδα της «Καθημερινής» φύλλο της Τετάρτης 27 Ιουλίου, προχθές ο σχολιογράφος της έγκριτης εφημερίδας, η οποία υπήρξε, πάλαι ποτέ, κάστρο και καύχημα του ελληνόφρονος συντηρητισμού, ο λιβελογράφος, λοιπόν κύριος Γουσέτης Διονύσης, καταπιάστηκε με ένα κείμενο που δημοσιοποίησαν προ ημερών σαράντα ένας αντιστασιακοί ανάμεσά τους και ο υποφαινόμενος. Για την ακρίβεια, καταπιάστηκε όχι με το κείμενο καθ’ εαυτό που τον κεντρικό του πυρήνα προσπερνά ως μη όφειλε με δυο λέξεις, αλλά με την προβολή των προσωπικών του εμμονών.

Ο αναγνώστης μπορεί αν θέλει να αναζητήσει τη δήλωση εκείνη των αντιστασιακών, σε κάποιες εφημερίδες, όχι όλες στις οποίες δημοσιεύθηκε δύο ή τρεις μέρες πριν από την επέτειο της πτώσης της απριλιανής δικτατορίας στις 23 Ιουλίου 1974. Θα πληροφορηθεί ο αναγνώστης ότι οι υπογράφοντες το κείμενο εκείνο, μακράν του να θεωρούν, όπως τους καταλογίζει ο κυρ Γουσέτης, ότι εκφράζουν όλους τους αντιστασιακούς, γνωστοποίησαν την άρνησή τους να παρευρεθούν ή να εκπροσωπηθούν -στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε- στην καθιερωμένη «προεδρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας». Ειρήσθω εν παρόδω, η εφημερίδα στην οποία αρθρογραφεί ο κυρ Γουσέτης αν και όσο γνωρίζω, έλαβε γνώση εγκαίρως, δεν δημοσίευσε το κείμενο των σαράντα ενός, οπότε οι αναγνώστες της δεν είχαν την ευκαιρία μιας σύγκρισης. Έτσι ο κυρ. Γουσέτης είχε όλο το ελεύθερο να αλωνίσει κατά το δοκούν. Και το έπραξε με το ύφος το οποίο τον έχει καθιερώσει ως δημοσιογραφική μοναδικότητα από την εποχή ακόμη, χρόνια τώρα, που αρθρογραφούσε στην «Αυγή» περιβεβλημένος την αίγλη των ιδεών της ανανεωτικής αριστεράς – όπως υποθέτω αντιλαμβάνεται την ανανεωτική αριστερά ο ίδιος.

Καταλογίζει, λοιπόν, ο εν λόγω κύριος Διονύσης Γουσέτης στους υπογράφοντες σαράντα έναν αντιστασιακούς τα παρακάτω ουκ ολίγα:

Πρώτα-πρώτα τους στολίζει με τη ρετσινιά ότι τους περισσότερους τους γνωρίζει μέσα από την πολιτική τους συμπόρευση, προσθέτοντας -προς ψόγο ή προς έπαινο, ποιος ξέρει;- ότι μερικούς τους εκτιμά κιόλας. Χαίρω ο υποφαινόμενος, και, όσο μπορώ να ξέρω, όλοι οι υπογράφοντες για τον ίδιο λόγο, που δεν συμπορεύτηκα ποτέ και πουθενά με την κατά Γουσέτη εκδοχή των ιδεών της ανανεωτικής αριστεράς, κι επίσης χαίρω που δεν χαίρω της εκτιμήσεώς του.

Εν συνεχεία μάς πιάνει όλους μαζί από το σβέρκο, σαν ατακτήσαντα σχολιαρόπαιδα και μας τσουβαλιάζει, επειδή έτσι τον βολεύει το ξετύλιγμα των πολιτικών εμμονών και της εμπάθειάς του, συλλήβδην και αδιακρίτως, στον ΣΥΡΙΖΑ, αφού πρώτα μας τραβάει ένα μπερντάκι που, κατά τη γνώμη του, παραβιάσαμε τη σεμνότητα η οποία, πάντα κατά τη γνώμη του, πρέπει να διακρίνει τους γνήσιους αντιστασιακούς, επειδή λέει είχαμε το θράσος να αναφερθούμε στα τοτινά δεινά που μας δίνουν σήμερα το δικαίωμα, την υποχρέωση, καλύτερα, να μιλούμε για την εγκαθίδρυση «οικονομικής δικτατορίας» στη χώρα μας.

Ακολούθως δε, και εγκαλεί ο κύριος αυτός ότι, τάχα, δεν εναντιωθήκαμε, λέει, στην «επερχόμενη οικονομική δικτατορία» την οποία καταγγέλλουμε σήμερα, αλλά, ανευθύνως, λέει, «συμμετείχαμε στο διακομματικό πλιάτσικο πάνω στα δανεικά». Εδώ ο οχετός ξεπερνά το όριο που ακόμη και ο λίβελος είθισται να σέβεται και εξακοντίζει τα λύματά του προσωπικά στην υπόληψη του καθενός από τους σαράντα έναν, ανοίγοντας έτσι ένα σοβαρό ζήτημα προσβολής και συκοφαντικής δυσφήμησης διά του Τύπου. Αλλά έχουμε καιρό γι’ αυτό μπροστά μας.

Και καταλήγει ο έγκριτος σχολιογράφος εξαπολύοντας νέους μύδρους κατά του ΣΥΡΙΖΑ, τσουβαλιάζοντας τους πάντες με τα πάντα αδιακρίτως, για να βολέψει τη ρηχή επιχειρηματολογία του, ασελγώντας ξανά πάνω στο ήδη κακοποιημένο από τον ίδιο σώμα της αλήθειας και της ευπρέπειας, για τις οποίες τόσο κόπτεται. Με κορύφωση ένα θρασύ και απειλητικό: «Αγαπητοί φίλοι, καλό είναι όταν μιλάμε δημόσια να μην προκαλούμε».

Προκαλέσαμε, λοιπόν, τον κύριο Γουσέτη! Οποία απογοήτευσις! Κι εμείς που είχαμε ελπίσει ότι μπορεί να προκαλέσουμε, ας πούμε, μιαν απάντηση στη δήλωσή μας εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας, στη δεξίωση του οποίου αρνηθήκαμε να παραστούμε, αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπων. Που ίσως περιμέναμε ότι θα προκαλούσαμε την υποτυπώδη ανταπόκριση των κυβερνητικών τηλεδικτύων, που όμως δεν είχαν τη στοιχειώδη δημοκρατική ευαισθησία να κάνουν και την ελάχιστη αναφορά στη δήλωσή μας.

Πρέπει κανείς να κατέβει πολύ χαμηλά για να φτάσει στο ύψος του πυγμαίου ηθικού αναστήματος ορισμένων προκειμένου να χαραμίσει δυο κουβέντες μαζί τους. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να χωριστεί η ήρα από το στάρι. Τώρα ο λόγος του τραγικού ποιητή δεν μονιάζει την πόλη, δείχνει τη γραμμή της αντιπαράθεσης.

«Ενώ γραμμένοι νόμοι όταν υπάρχουν

δικαιώματα ίσα έχουν φτωχοί και πλούσιοι.

Μπορεί ο φτωχός τον πλούσιο,

αν τον προσβάλει,

να του απαντήσει με τον ίδιο τρόπο

τρανούς νικά ο μικρός αν έχει δίκιο.

Τη λευτεριά ένας λόγος φανερώνει:

«Ποιος για την πόλη ωφέλιμη έχει γνώμη

και θέλει να τη φέρει εδώ στη μέση;’.

Και λεύτερα ο καθείς μιλά ή σωπαίνει…».

Ευριπίδης, «Ικέτισσες»

μετφρ. Θρασύβουλος Σταύρου

Με την ελπίδα, την πεποίθηση, ότι μετέφερα κάτι από τα αισθήματα και τις σκέψεις των φίλτατων συναγωνιστών ΚΩΣΤΗΣ ΓΙΟΥΡΓΟΣ του Εμμανουήλ και της Όλγας γεννηθείς την 7η Μαρτίου 1946 εν Νεαπόλει Λασιθίου Κρήτης. Έγγαμος, και γράμματα γνωρίζω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s