Η φτώχεια γεννάει μίσος

ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΤΡΑΝΟΥ*

Ο William Henry Beveridge είχε επεξεργαστεί μέσα στον πόλεμο κατά του φασισμού, ήδη από το 1942, με εντολή της βρετανικής κυβέρνησης, ένα σχέδιο για τη δημιουργία δικτύου κοινωνικής προστασίας. Επρόκειτο για ένα φιλόδοξο σχέδιο κρατικής αρωγής, δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης κοινωνικών ασφαλίσεων και πολιτιστικής ανάπτυξης, η εφαρμογή του οποίου μετέτρεψε σταδιακά τη μεταπολεμική Αγγλία σε μια δημοκρατία πιο προχωρημένη σε σχέση με άλλα καπιταλιστικά κράτη. Στο σχέδιό του για την πλήρη απασχόληση ο Beveridge έβαλε ως επιγραφή τη φράση: «Η φτώχεια γεννάει μίσος». Η φράση αυτή αναφερόταν στο μυθιστόρημα της Charlotte Brontë, «Shirley», που είχε δημοσιευτεί το 1819. Ήταν ένα από τα πρώτα λογοτεχνικά έργα που περιέγραφε το δράμα της ανεργίας, με αναφορά στην περίπτωση των υφαντουργών με χειροκίνητους αργαλειούς, οι οποίοι υπήρξαν θύματα του ανελέητου βιομηχανικού ανταγωνισμού μετά την εισαγωγή των μηχανικών αργαλειών. Τους Λουδίτες που κατέστρεφαν αυτές τις μηχανές που θεωρούσαν υπεύθυνες για την καταστροφή της νεοσύστατης εργατικής τάξης, τη φτώχεια και το μίσος, υποστήριξε και ο Λόρδος Μπάυρον.

Η Αθήνα, η Ρώμη, η Βαρκελώνη, το Παρίσι, το Βερολίνο και το Λονδίνο, ακόμη και η Θεσσαλονίκη, έχουν γίνει εδώ και καιρό πολυπολιτισμικές και πολυεθνικές μεγαλουπόλεις, αντικατοπτρίζοντας τη μαζική εισροή πληθυσμών στην Ευρώπη από τη Μεσόγειο, την Κεντρική Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή. Οι αλλαγές αυτές ξεκίνησαν εδώ και δύο δεκαετίες και απηχούν ακόμη και σήμερα τον απόηχο των συγκλονιστικών μεταβολών του 1989.

Οι παράδοξες μεταμορφώσεις των περιφερειακών αστικών τοπίων αλλά και του κέντρου των πόλεων αυτών και τα ανεξίτηλα σημάδια τους στον ψυχισμό των φτωχών νέων, που κατέγραψε παραδειγματικά πριν από 14 χρόνια ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης στην ταινία του «Από την άκρη της πόλης», συνδέονται άμεσα με τις αρνητικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές αλλά και με τους βαθύτερους δομικούς ανασχηματισμούς που προκαλεί η περίπου μόνιμη καπιταλιστική κρίση.

Η ραγδαία εξέλιξη όμως στον τόπο μας της πρόσφατης οικονομικής κρίσης σε ανθρωπιστική αλλάζει ξανά και τις δικές μας παιδαγωγικές και πολιτικές προτεραιότητες και μάλιστα ενόψει της βίαιης δραστηριοποίησης των εγκληματικών φασιστικών συμμοριών και της Χρυσής Αυγής στον χώρο της νεολαίας.

Αυτή τη στιγμή η πλήρης λειτουργία των σχολείων από την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στη διάρκεια του καλοκαιριού, αποτελεί την κατεπείγουσα κοινωνική προτεραιότητα αλλά και την πρώτη πολιτική δέσμευση του εκπαιδευτικού κινήματος. Αυτή η θεμελιακή παραδοχή πρέπει άμεσα να καταγραφεί και στις πολιτικές αποφάσεις των ΟΛΜΕ και ΔΟΕ, αλλά και στις προτάσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών προς τους συναδέλφους.

Ο «εκπαιδευτικός πατριωτισμός» των συναδέλφων στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κατάφερε φέτος, την πιο δύσκολη χρονιά μετά τον πόλεμο, σε πείσμα των Μνημονίων και των serial killers της Παιδείας, της Υγείας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, ένα μικρό θαύμα: κράτησε τα παιδιά μέσα στα σχολεία, τη στιγμή που οι οικογένειές τους δοκιμάζονταν άγρια από την κρίση. Αυτό θα πρέπει να τους το αναγνωρίσει ακόμη και το εθελόδουλο σινάφι των μεγαλοδημοσιογράφων, το οποίο για «ίδιον όφελος» τους κατασυκοφαντεί ανελέητα εδώ και καιρό ενώ πριμοδοτεί τον ρατσισμό και την καταστροφή της κοινωνίας. Οφείλει όμως το εκπαιδευτικό κίνημα να στραφεί άμεσα στις «αναδυόμενες» περιοχές, στις βαθιές πτυχές της πόλης και να επεξεργαστεί τα κατάλληλα πολιτικά μέσα και τα παιδαγωγικά εργαλεία για να παρέμβει εκεί. Προς αυτή την κατεύθυνση, η εμπειρία των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας, τα οποία «ξεφορτώνεται» μεταφέροντάς τα μακριά από το υπουργείο Παιδείας, τον φυσικό τους χώρο, η νέα κυβέρνηση με τις ευλογίες και του αριστερού της «αμορτισέρ», είναι πολύτιμη.

Εάν, αντίθετα από τους φασίστες, είμαστε πρόθυμοι να δεχθούμε ότι κάτι ριζικά νέο και δυνητικά δημιουργικό λαμβάνει χώρα σε αυτές τις νέες βαθιές πτυχές του αστικού τοπίου, στα αυλάκια και τους θυλάκους της πόλης και με στόχο να αρθεί η καταστροφική διάκριση μεταξύ εδραίων και νομάδων, παλιών και νέων προσφύγων, ανέργων και εργαζόμενων, αυτή η παραδοχή ορίζει τις νέες εκπαιδευτικές ανάγκες αλλά και τις προτεραιότητες του εκπαιδευτικού κινήματος.

* Ο Τρ. Τρανός είναι εκπαιδευτικός, πρόεδρος Γ’ ΕΛΜΕ-Θ.

Advertisements

«Όχι στην ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης, το νερό δεν είναι εμπόρευμα είναι δημόσιο αγαθό»

Δελτίο Τύπου

Παρέμβαση του Ν. Χουντή στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Στη συζήτηση για την Έκθεσης του Κοινοβουλίου για τα ύδατα  που έγινε χθες στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο, παρενέβη ο Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Χουντής με την ιδιότητα του συντάκτη γνωμοδότησης εκ μέρους της Επιτροπής Αναφορών του Κοινοβουλίου.

Η Γνωμοδότηση, η οποία είχε εγκριθεί ομόφωνα, κατέγραφε την πλήρη αντίθεση της Επιτροπής Αναφορών στις προσπάθειες και πιέσεις θεσμικών και εξωθεσμικών παραγόντων της ΕΕ για ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης στις χώρες μέλη της ΕΕ, τονίζοντας ότι «το νερό είναι δημόσιο αγαθό».

Στην παρέμβασή του ο Ν. Χουντής, μεταξύ άλλων, τόνισε:

«Αγαπητοί συνάδελφοι, στη γνωμοδότηση που συνέταξα εκ μέρους της Επιτροπής Αναφορών, όφειλα να συμπεριλάβω όλα τα προβλήματα που έχουν προκύψει σχετικά με το νερό, το νερό που αποτελεί στοιχείο της ύπαρξής μας.

 Κάποια απ’ αυτά τα προβλήματα που αναπτύχθηκαν σ’ αυτή τη γνωμοδότηση που εγκρίθηκε ομόφωνα, είναι η άνιση εφαρμογή της οδηγίας-πλαίσιο,  η ανεπάρκεια των υδάτινων πόρων, οι πηγές ρύπανσης των υδάτων, η σύγκρουση με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές, η συμμετοχή των πολιτών σε όλα τα στάδια των διαδικασιών, όπως προβλέπει η οδηγία-πλαίσιο, τόσο για τον εντοπισμό των προβλημάτων όσο και για την εξεύρεση των καταλλήλων μέσων.  Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η γνωμοδότηση στην εξάλειψη των επικίνδυνων τοξικών και ραδιενεργών αποβλήτων, που χύνονται στα νερά, στους χώρους υγειονομικής ταφής, που έχουν μεγάλο αντίκτυπο στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία.

Αλλά αγαπητοί συνάδελφοι, αυτό που θεωρώ κεντρικό σημείο είναι ότι το νερό δεν πρέπει να αποτελεί πηγή κέρδους αλλά πρέπει να διασφαλίζεται η δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση των υδάτων και των υδάτινων υποδομών, μακριά από τους κανόνες της αγοράς. Κρούω τον κώδωνα των επερχόμενων εξελίξεων.  Στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία ασκούνται πιέσεις από την Τρόϊκα να ιδιωτικοποιηθούν οι εταιρείες ύδρευσης.  Από το παρελθόν ξέρουμε ότι όπου έγινε τέτοιο πράγμα υπήρξε αύξηση των τιμολογίων, δεν βελτιώθηκε η ποιότητα των νερών, υπήρξαν οικονομικά σκάνδαλα, επικίνδυνα για την δημόσια υγεία φαινόμενα, τα οποία και οδήγησαν σε αρκετές περιπτώσεις σε επανακρατικοποιήσεις. 

Στην Ελλάδα δυστυχώς την παραμονή των εκλογών, η υπηρεσιακή κυβέρνηση έστειλε στο Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων τις εταιρείες ύδρευσης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Επομένως χρειάζεται άμεσα να αναγνωριστεί το δικαίωμα στο νερό ως ανθρώπινο δικαίωμα για όλους, χρειάζεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αντιταχθεί στα σχέδια των αγορών, να ιδιωτικοποιήσουν το νερό, να ιδιωτικοποιήσουν δηλαδή την πηγή της ζωής»

03/07/2012                                                                                                Το Γραφείο Τύπου