Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης -1973, του Κλέαρχου Τσαουσίδη, alterthess.gr

Εκείνο το απομεσήμερο της 17ης Νοέμβρη τα νέα που έρχονταν από την Αθήνα ήταν καλά. Στην Πατησίων, ο κόσμος γύρω από το Πολυτεχνείο δε μετριότανε και οι από μέσα όλο και δυναμώνανε.
Οι δισταγμοί λιγόστεψαν, «στο κάτω κάτω μπορούμε να μην το κάνουμε;». Και μπήκανε στο δικό μας πολυτεχνείο, στην άκρη της πανεπιστημιούπολης…
Κι εμείς μαζί, που φοιτητές μας είχε βρει η χούντα.
Βιαστικά, θαρρείς και ξέραμε ότι δεν είχαμε ώρα, στήσαμε τον πομπό, τα ιατρεία, τον επισιτισμό και τα άλλα χρειώδη. Θα μέναμε εκεί. Για πόσο;
Θα έρθουν καμιά διακοσαριά να αντέξουμε αν δοκίμαζαν να μπουκάρουν οι απ’ έξω, τραμπούκοι της νύχτας αλλά και φοιτητές και κι εκείνα τα παιδιά της στρατιωτικής Ιατρικής; Γενιά του Πολυτεχνείου κι αυτοί, ε;
Ήρθαν δεκαπλάσιοι και βάλε. Αγνωστα πρόσωπα για τους «μπασμένους» στις οργανώσεις. Ετοιμοι για όλα, δήλωναν.
Για όλα; αναρωτιόμασταν.
Εγιναν οι ομάδες περιφρούρησης κι όταν φάνηκαν κι πρώτοι ασφαλίτες, όλα τα περάσματα ήταν κλεισμένα.
Η Κλεοπάτρα, ο Αντρέας, ο Θωμάς, ο Φώτης, καλούσαν από το ραδιόφωνο τους σαλονικιούς να έρθουν.
Ηρθαν λίγοι, οι πιο πολλοί για να πάρουν τα παιδιά τους. Κι είχε νυχτώσει.
[Τότε δεν υπήρχε ο φαρδύς δρόμος μπροστά στην είσοδο της Πολυτεχνικής, ένα σοκάκι ήταν και προς το Βαρδάρι ένας λοφίσκος βοηθούσε -τους άλλους- να πετάνε πέτρες προς το κτίριο].
Τα χαμόγελα άρχισαν να μαζεύονται, το Συντονιστικό συνεδρίαζε, αλλά τα μηνύματα που έφευγαν στα ερτζιανά όλο και σκλήραιναν.
Όταν ήρθε το νέο για το τανκ στην Αθήνα και για την εκκαθάριση όλων των ερυθρών εστιών γύρω από το Μετσόβιο, ήδη, απ΄ έξω, είχε παρκάρει το «δικό μας» τανκ.
Ο σεβάσμιος πρύτανης, ο αδέκαστος εισαγγελέας, ο έντιμος αστυνομικός διευθυντής, βιάζονταν: Ούτε κουβέντα να βγούμε το πρωί. Τώρα και κανείς δε θα μας πειράξει, θα πάμε σπίτια μας.
Γύρω γύρω λοκατζήδες, κι άλλα τανκ ακροβολισμένα, τεθωρακισμένα στις γωνιές και περιπολικά, πολλά γαλατάδικα και κλούβες.
Γύρισε ο Θωμάς να ξαναμπεί μέσα:
– Τι δουλειά έχουν οι κλούβες, είπε προς τη μεριά που ήταν ο πρύτανης κι ο κύριος εισαγγελέας. Είχαν εξαφανιστεί. Τον άρπαξαν οι μαυροντυμένοι.
Βγαίναμε αργά, ανά τρεις, μας σημάδευαν οι ασφαλίτες και μας έσπρωχναν με τα όπλα οι ένστολοι. Στο κεφαλόσκαλο γινόταν η διανομή. Σαν το χάρο, αδύνατος και ψηλός, ο του Σπουδαστικού αφέντης έδειχνε. Και τα κορμιά πετιόντουσαν στην κλούβα.
Στο πλάι, στο δρομάκι που έβγαζε στο ΑΧΕΠΑ, οι λοκατζήδες όπλιζαν και ξαναόπλιζαν, αλλά άνοιγαν το μπλόκο και τα παιδιά χάνονταν στο σκοτάδι.
Στη Βαλαωρίτου σε φάλαγγα κατ’ άνδρα. Εκατέρωθεν τα κτήνη με τα γκλομπ.
– Τρέξτε.
Και ουρλιαχτά.
Ξεσκαρτάρισμα στον πρώτο όροφο, γυαλιά, λεφτά, κορδόνια, τσιγάρα, όλα στο σωρό πίσω από αυτόν που συλλάβιζε τα ονόματα και έδινε την εντολή:
– Κάτω, στο δωδέκατο, κάτω, στο όγδοο, κάτω, κάτω…
Κάτω, ώς τις 6 το πρωί, ο ήρωας ασφαλίτης Κωστόπουλος, έδερνε το Χρήστο Αγγελόπουλο. Δεμένο φυσικά. Γύρω, στα 14 κελιά, καμιά διακοσαριά (τόσοι δε θέλαμε να μαζευτούμε;), ψάχναμε να δούμε πώς να σταματήσουμε αίματα, πόνους. Άρχιζε η τελευταία μεγάλη νύχτα.
Έφυγε σήμερα κι ο Ρούσσος Βρανάς. Ο καλός μου συνάδερφος που τα ‘βαλε με τη Χούντα και το ΝΑΤΟ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s